Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Η ΔΙΚΗ ΜΟΥ ΙΣΤΟΡΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Η ΔΙΚΗ ΜΟΥ ΙΣΤΟΡΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ ΕΛΕΥΘΕΡΗ

Από την ημέρα πού πήρα την πρώτη μου κάρτα μέχρι την ημερομηνία που εξόφλησα και τη τελευταία δραχμή που χρωστούσα περάσανε πάνω από 4 χρόνια. Αν δω τα γεγονότα από απόσταση, δεν είναι δύσκολο να προσδιορίσω τι ακριβώς με έκανε να αλλάξω πορεία. Στο να πάρω αποφάσεις και να αλλάξω ριζικά τον τρόπο σκέψης και ζωής, συνετέλεσαν πολλά:

1. Ένιωθα φοβερή ταπείνωση να ξέρω ότι χρωστάω τόσα πολλά χρήματα τα οποία είχαν ξοδευτεί ανόητα και άσκοπα

2. Έμαθε η αδερφή μου για κάποιο από τα χρέη μου, και πήγε να το πληρώσει με δικά της λεφτά. Αισθάνθηκα τόση ντροπή που η αδερφή μου η οποία ήταν δημόσια υπάλληλος, με πολύ μικρότερο μισθό, μπορούσε να κάνει κάτι που εγώ με πολύ μεγαλύτερες αποδοχές δεν μπορούσα να κάνω...

3. Δεν άντεχα άλλο το άγχος της εξόφλησης των λογαριασμών που με βάραινε επί πρόσθετα του άγχους της δουλειάς μου.

4. Αποφάσισα ότι ήθελα να κάνω και εγώ κάποια πράγματα στη ζωή μου ξεκινώντας από το να πάω να μείνω μόνη μου. Για να μπορέσω να το καταφέρω θα έπρεπε όχι μόνο να εξοφλήσω όλα μου τα χρέη, αλλά και να μαζέψω ένα σοβαρό ποσό για να αγοράσω τα έπιπλα.

5. Γνώρισα αυτόν που αργότερα έγινε σύζυγός μου, ο οποίος είναι φοβερά αυτάρκης και δεν τον έχει απασχολήσει ποτέ η γνώμη των άλλων. Παρά το γεγονός ότι και αυτός ήταν μισθωτός, κατάφερε να κάνει πολλά πράγματα στη ζωή του και να επενδύσει στο μέλλον του ίδιου και των παιδιών του. Αφού αυτός τα κατάφερε γιατί όχι και εγώ;

6. Εάν θα με έπαιρναν ακόμα ένα τηλέφωνο από τις εταιρείες εισπράξεως οφειλών θα έσπαγα το τηλέφωνο.


Εκείνη ειδικά την εποχή ήμουν πάρα πολύ τυχερή γιατί δεν είχα έξοδα στέγασης και φαγητού αφού με φιλοξενούσαν οι γονείς μου.
Έβαλα λοιπόν κάτω τα πράγματα και είπα: μέσα σε ένα χρόνο θα πρέπει να έχω εξοφλήσει το μεγαλύτερο δάνειο και να έχω κατεβάσει τις υπόλοιπες οφειλές μου. Έβγαλα λοιπόν εντελώς τις κάρτες από το πορτοφόλι και τις έδωσα στους γονείς μου. Κάθε φορά που πληρωνόμουν το μεγαλύτερο μέρος του μισθού τους το παρέδιδα για ν τα καταθέσουν στις τράπεζες που χρωστούσα Σταμάτησα να αγοράζω ρούχα, παπούτσια, ακριβά αρώματα και καλλυντικά. Αποφάσισα ότι για τον επόμενο χρόνο μπορούσα να περάσω μία χαρά με αυτά που είχα (για ναι μη πω για τα επόμενα χρόνια). Περιόρισα δραματικά τις εξόδους (έγινα πραγματικά ακριβοθώρητη...). Σταμάτησα να αγοράζω περιοδικά και μείωσα πολύ το τσιγάρο. Έπαιρνα στη δουλειά φαγητό από το σπίτι. Διακοπές δεν πήγα πουθενά αλλού παρά μόνο στο εξοχικό των γονιών μου. Είχα βάλει στόχο ότι τον επόμενο χρόνο θα είχα μειώσει δραματικά τις υποχρεώσεις μου και στον επόμενο ενάμιση θα εξοφλούσα τελείως. Και εφάρμοσα σχεδόν ότι αναφέρω στους τρόπους εξόφλησης δανείων και καρτών, με εξαίρεση τη μεταφορά υπολοίπων που τότε δεν υπήρχε σαν υπηρεσία από τις τράπεζες.
Δεν ήταν εύκολο. Οι θυσίες ήταν πολλές και υπήρξαν φορές που αισθανόμουν πραγματική στεναχώρια και καταπίεση. Ήξερα όμως ότι η δύσκολη περίοδος θα κράταγε λίγο. Και όσο κράταγα χαρακτήρα πάντα η επόμενη μέρα ξεκινούσε με πολύ αισιοδοξία και χαρά, γιατί εκτιμούσα τον εαυτό μου και ήξερα ότι αφού έβαλα ένα στόχο θα τον καταφέρω. Και όταν έρχονταν οι λογαριασμοί κάθε μήνα δεν υπήρχε μεγαλύτερη χαρά από το να βλέπω κάθε μήνα να κατεβαίνει το ποσό των οφειλών μου. Και όσο μεγάλωνε η διαφορά ανάμεσα σε αυτά που είχα χρεωθεί και αυτά που έμειναν να πληρώσω η αισιοδοξία μου ανέβαινε ακόμα περισσότερο.
Μπορεί να μην έβγαινα πολύ, αλλά άρχισα να καλώ συχνότερα τους φίλους μου στο σπίτι. Και σιγά σιγά ο χρόνος πέρναγε.

Εδώ και έξι χρόνια δεν χρωστάω πουθενά. Όταν εξόφλησα έβαλα κάτω τα πράγματα και αποφάσισα να αρχίσω αποταμίευση για να μπορέσουμε με τον άντρα μου να πάρουμε το σπίτι που ονειρευόμασταν.

Αυτή τη στιγμή διαθέτω ένα μεγάλο αποθεματικό στη τράπεζα και ήμαστε στο στάδιο της έρευνας για την αγορά του σπιτιού. Κάθε χρόνο πάμε ένα ταξίδι στο εξωτερικό, και αγοράζουμε ότι μας χρειάζεται ή μας ευχαριστεί πραγματικά. Το σημαντικό όμως είναι ότι δεν κάνω πλέον shopping therapy.

Η επιτυχία προϋποθέτει αγώνα. Και ο καθένας έχει δύο επιλογές: να αφεθεί στην αδυναμία και την αυτολίπηση και να αφήσει τα γεγονότα να τον κατευθύνουν ή να παραδεχτεί ότι είναι πολύ πιο δυνατός από ότι πίστευε, ότι μόνος του ευθύνεται για τη ζωή του και να ξεκινήσει τον δικό του αγώνα.
Φανταστείτε μία ζωή χωρίς χρέη, με ένα καλό αποθεματικό διαθέσιμο σε κάθε ανάγκη ή για κάθε επένδυση. Βγείτε από τη μίζερη νοοτροπία του να αποκτήσετε ότι άχρηστο βρεθεί στο δρόμο σας για να το φορέσετε και να το βάλετε σε ένα ντουλάπι. Τα πανάκριβα αυτοκίνητα δεν θα σας βοηθήσουν ναι φαίνεστε καλλίτεροι. Γιατί πραγματικά υπάρχουν πολύ περισσότερα πράγματα που μπορούμε να κάνουμε τη ζωή μας πολύ πιο σημαντικά, είτε αυτά λέγονται επένδυση σε ένα αγαθό είτε προσωπική βελτίωση και καλλιέργεια.

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΜΟΥ (2)


Δουλεύοντας – το πρώτο αυτοκίνητο και οι πρώτες κάρτες
Δεν θα αναφερθώ στα πρώτα χρόνια της εργασίας μου. Το μόνο καλό τα πρωτα χρόνια ήταν ότι παρά τα πολύ λίγα χρήματα που κέρδιζα (φανταστείτε ο βασικός μισθός του βοηθού λογιστή ήταν 130.000 δρχ – δηλ λιγότερο από 400 ευρώ – και αυτό πριν 16 χρόνια περίπου!) κατάφερνα να περνάω πολύ καλά, χωρίς να χρεωθώ. Για οικονομίες βέβαια ούτε λόγος Το μεγάλο ατού μου ήταν βέβαια ότι έμενα με τους γονείς μου οι οποίοι μου παρείχαν δωρεάν φαγητό και στέγη.
Περάσανε τα χρόνια, άλλαξα δουλειά, η καριέρα μου προόδευσε πολύ και άρχισα να κερδίζω περισσότερα χρήματα. Το πρόβλημα ήταν ότι η νέα μου δουλειά ήταν περίπου 22 χλμ μακριά από το σπίτι μου. Έτσι το 1996 αποφάσισα να πάρω ένα μικρό αυτοκίνητο. Για περίπου οκτώ μήνες έκανα αιματηρές οικονομίες, μάζεψα το ποσό της προκαταβολής και επιτέλους απέκτησα ένα citroen hot saxo 1.100 cc. Ήμουν πολύ περήφανη και φοβερά ευτυχισμένη από το αίσθημα ιδιοκτησίας (ήταν η πρώτη μου «επένδυση») αλλά και ανεξαρτησίας. Για να εξοφλήσω το αυτοκίνητο είχα πάρει ένα πρόγραμμα 24 δόσεων, που στην αρχή τουλάχιστον αντιπροσώπευε το μισό του μισθού μου.
Παρά το δάνειο του αυτοκινήτου όμως δεν ήθελα στο παραμικρό να αλλάξω τον τρόπο της ζωής μου. Συνέχιζα να βγαίνω πάρα πολύ συχνά (ποτέ μου δεν αρνήθηκα πρόταση για έξοδο), να αγοράζω πολλά ρούχα και καλλυντικά, να πηγαίνω διακοπές στη Μύκονο και Σαντορίνη και να ξοδεύω σε μία εβδομάδα το μισθό ενός μηνός. Δούλευα πάρα πολύ σκληρά, υπερβολικά πολλές ώρες και νόμιζα ότι η ανταμοιβή μου θα ήταν να μπορώ να διαθέτω τα χρήματα μου χωρίς δεύτερη σκέψη για να ικανοποιήσω όλες μου τις επιθυμίες. Το μόνιμο επιχείρημά μου στους γονείς μου (στις προσπάθειές τους να με συνετίσουν) ήταν ότι δουλεύω πάρα πολύ σκληρά και έχω δικαίωμα να διασκεδάζω στη ζωή μου. Λες και μπορούσε να μου φέρει την ισορροπία που έλειπε από τη ζωή μου ένα παντελόνι ferre ή ένα βράδυ ξεφαντώματος στο Mercedes.
Οι αξίες μου όλες είχαν εκφυλιστεί, σταμάτησα να ενδιαφέρομαι και να ασχολούμαι με τα κοινά, δεν διάβαζα καν εφημερίδα, δεν με ενδιέφερε τίποτα παρά να είμαι ενήμερη για το ποια ήταν η τελευταία ταινία του X σκηνοθέτη, που παιζόταν και πότε, ακόμα και εάν επρόκειτο για ένα σκηνοθέτη που με άφηνε παντελώς αδιάφορη. Τα βιβλία που διάβαζα (κυρίως στη παραλία ή πριν κοιμηθώ) ήταν όλα του συρμού, που είχαν γίνει μόδα και έπρεπε να τα έχεις διαβάσει για να δείξεις στην παρέα ότι διαθέτεις κουλτούρα.
Πίστευα ότι έπρεπε να κερδίσω τους φίλους μου και να τους δείξω πόσο επιτυχημένη ήμουν στη δουλειά μου, απλά δείχνοντας ότι έβγαζα αρκετά χρήματα για να τα ξοδεύω όπως ήθελα. Ήθελα να κάνω περήφανους τους γονείς μου που μου είχαν δώσει τόσα πολλά: Το παιδί τους ήταν όμορφο, έξυπνο, είχε σπουδάσει, είχε μία πολύ καλή δουλειά σε πολυεθνική εταιρεία, φορούσε καλά ρούχα, οδηγούσε το δικό του αυτοκίνητο. Γιατί έτσι είχα μάθει: πλούσιος και επιτυχημένος είναι αυτός που φαίνεται τέτοιος, αυτός που έχει ακριβό αμάξι, ακριβά ρούχα, συχνάζει σε ωραία μέρη. Η εικόνα πάνω από όλα. Όπως ήταν φυσικό όχι μόνο δεν κατάφερνα να αποταμιεύω τίποτα, αλλά όλο και πιο συχνά δυσκολευόμουν να πληρώσω τη δόση του αυτοκινήτου.
Και μία μέρα ήρθε η καταστροφή. Συγκρούστηκα σε καραμπόλα αυτοκινήτων και έπρεπε να πληρώσω μόνη μου τις μισές ζημιές του αυτοκινήτου μου (οι οποίες δεν ήταν και λίγες). Και τότε έβγαλα την πρώτη μου κάρτα. Μόνο για να πληρώσω το συνεργείο. Και είδα πόσο εύκολο ήταν να μπορείς να αποκτήσεις ότι θέλεις ακόμα και αν δεν έχεις υπόλοιπο στη τράπεζα. Πόσο ήταν εύκολο να κάνεις αγορές οι οποίες κοστίζανε περισσότερο από το μισθό που παίρνεις κάθε μήνα. Και απλά να αναβάλλεις τη εξόφλησή τους για το μέλλον. Πρέπει να ήμουν φοβερά αισιόδοξο και αφελές άτομο, αφού ποτέ δεν μου πέρασε από το μυαλό ότι υπάρχει η πιθανότητα να μείνω χωρίς δουλειά ή ο εργοδότης μου να μη μπορεί στο μέλλον ή να μη θέλει να μου δώσει άλλη αύξηση. Όχι, στο μυαλό μου τα πάντα είχαν μία προκαθορισμένη πορεία, η οποία συνέπιπτε με την ικανοποίηση των επιθυμιών μου.
Έτσι όταν «γέμισε» η πρώτη κάρτα, πήρα και μία δεύτερη. Και μετά ένα καταναλωτικό δάνειο και μετά ένα δεύτερο δάνειο. Και εκεί άρχισε η αντίστροφη μέτρηση. Ο τρόπος που ξόδευα δεν είχε αλλάξει στο παραμικρό με αποτέλεσμα πολές φορές αδυνατούσα να εξοφλήσω ακόμα και το ποσό της ελάχιστης δόσης (στη μία κάρτα μάλιστα δεν είχα δυνατότητα ελάχιστης δόσης). Η καθημερινότητά μου ήταν ένας αγώνας και ένα άγχος για τα χρέη μου. Και μόλις έπαιρνα μία ανάσα και κατέβαζα τα υπόλοιπα των λογαριασμών, πήγαινα πάλι για ψώνια. Όλος οι μισθός μου πήγαινε στις κάρτες τις οποίες συνέχιζα να φορτώνω. Ένα κυκεώνας.

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΜΟΥ (1)

Κάποτε ένας γνωστός μου είπε «δεν πρόκειται να γίνεις ποτέ πλούσιος από ένα μισθό». Τότε που μου το είπε και με βάση τις εμπειρίες που είχα τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή τον πίστεψα.

Από τότε περάσανε αρκετά χρόνια, πολλές καλές και κακές εμπειρίες προστέθηκαν στο ενεργητικό μου, έκανα πολύ δρόμο και πολλά λάθη αλλά τελικά κατέληξα στο εξής συμπέρασμα:
Μπορεί να μην καταφέρει κάποιος να γίνει Ωνάσης με ένα μισθό (βέβαια ποτέ δεν ξέρεις), αλλά φροντίζοντας να βάζει στόχους και προτεραιότητες στη ζωή του, να ενεργεί προς την επίτευξη αυτών των στόχων, να ξοδεύει με σύνεση και να φροντίζει πάντα για μία αποταμίευση ασφαλείας, σίγουρα θα βρεθεί σε πολύ καλλίτερη θέση από κάποιον ο οποίος σκορπά απλόχερα τα χρήματά του, αλλά στο τέλος της ημέρας βρίσκεται χωρίς να έχει απολύτως τίποτα. Ξοδεύοντας κάποιος όλα του τα χρήματα σε ανούσια και άχρηστα πράγματα θα καταντήσει σίγουρα ένας πολύ φτωχός, πολύ αγχωμένος και πολύ δυστυχισμένος άνθρωπος, με μηδενικό υπόλοιπο στον αποταμιευτικό λογαριασμό και πολλά χρέη στις τράπεζες.

Όπως είπα, σε αυτό το συμπέρασμα κατέληξα ύστερα από πολύ δρόμο και πολλά λάθη. Και πραγματικά μου πήρε πολύ χρόνο για να παραδεχτώ ότι ήταν αποκλειστικά δικά μου αυτά τα λάθη, και ότι έπρεπε να αλλάξω ριζικά κάποιες νοοτροπίες πολλές από τις οποίες είχαν ριζώσει μέσα μου στα χρόνια της πρώτης νεότητάς μου. Θα προσπαθήσω με λίγες σύντομες δημοσιεύσεις, που ελπίζω να ολοκληρώσω το επόμενο δεκαήμερο να δείξω τι πραγματικά έφταιγε για τα λάθη μου, και ποιες ήταν οι λάθος επιλογές μου.

Τα παιδικά χρόνια:
Μεγάλωσα σε μία εξαμελή οικογένεια με μορφωμένους γονείς (ο πατέρας μου ήταν καθηγητής στη τριτοβάθμια εκπαίδευση, η μητέρα μου είχε σπουδάσει λίγα λογιστικά και μέχρι το γάμο της δούλευε σε μία επιχείρηση). Και οι δύο γονείς μου βιώσανε στα παιδικά τους χρόνια την Γερμανική κατοχή. Μεγαλώσανε μέσα στα χρόνια του εμφυλίου, της πολιτικής αστάθειας αλλά και της προσδοκίας για μία καλλίτερη ζωή. Και πράγματι, παρά την πολιτική αστάθεια, τα πρώτα σημάδια προοδευτικής βελτίωσης του βιοτικού επιπέδου του κάθε Έλληνα άρχισε να φαίνεται ήδη από τη δεκαετία του 60. Οι γονείς τους (οι παππούδες μου) ήταν μικρομεσαίοι έμποροι, οι οποίοι με τη σειρά τους είχαν βιώσει δύσκολα παιδικά χρόνια, και είχαν εμφυσήσει στα παιδιά τους τη λαχτάρα της μόρφωσης για να εξασφαλίσουν μία καλλίτερη ζωή.

Φέρνοντας στο νου μου τα παιδικά μου χρόνια, μπορώ να πω ότι οι γονείς μου ήταν πρότυπα καταναλωτικής συμπεριφοράς: Τα πάντα αγοράζονταν με μέτρο και τίποτα δεν πετιόταν εάν πρώτα δεν εξαντλούσε την ωφέλιμη ζωή του. Δεν υπήρχαν πιστωτικές κάρτες ή καταναλωτικά δάνεια. Το μόνο δάνειο που είχαν οι δικοί μου ήταν αυτό που είχαν πάρει για την αγορά του σπιτιού τους, το οποίο εξυπηρετούσαν με θρησκευτική ευλάβεια. Απολαμβάναμε άφθονη οικογενειακή διασκέδαση με εκδρομές έξω από την Αθήνα αλλά και περιπάτους στο δάσος της Καισαριανής. Το καλοκαίρι πηγαίναμε 3 μήνες διακοπές στο νησί του πατέρα μου. Οι γονείς μου αφιερώνανε πολύ χρόνο στα παιδιά τους, ή μάλλον αφιερώσανε τα πάντα στα παιδιά τους: Φρόντισαν να σπουδάσουμε και τα τέσσερα (δεν είμαστε και λίγα!) να μάθουμε ξένες γλώσσες και φρόντισαν να εξασφαλίσουν και από ένα σπίτι για τα παιδιά τους, δίνοντας αντιπαροχή το πατρικό σπίτι της μητέρας μου. Και όλα αυτά με το μοναδικό μισθό του πατέρα και την αμέριστη φροντίδα της μάνας (η οποία ουσιαστικά διαχειριζόταν τα οικονομικά της οικογένειας).

Τα παιχνίδια μας ήταν περιορισμένα, και πάντα περίμενα τις γιορτές και τα γενέθλια για τα δώρα που θα μου έφερναν. Εδώ θα πρέπει να πω ότι ο νονός μου ήταν πολύ πλούσιος: Πάντα ήταν πολυάσχολος άνθρωπος και τον έβλεπα πολύ λίγες φορές τον χρόνο, αλλά τα δώρα του ήταν τα καλλίτερα που θα μπορούσε να επιθυμήσει ένα παιδί, με αποτέλεσμα στα μάτια μου αυτός ο άνθρωπος έλαβε τις διαστάσεις ενός γενναιόδωρου βασιλιά τον οποίο λάτρευα. Ουσιαστικά συνέδεσα το δώρο με την εκδήλωση και ανταπόδοση της αγάπης.

Τα φοιτητικά μου χρόνια: τα πρώτα κέρδη!
Τα φοιτητικά χρόνια μπορώ να πω ότι ήταν από τα πιο ανέμελα της ζωής μου: Παρά το γεγονός ότι παρακολουθούσα όλα τα μαθήματα, και διάβαζα αρκετά, είχα πολύ χρόνο για διασκεδάσεις και πολλές παρέες. Τότε ήταν ξεκίνησα να έχω πιο έντονη ζωή και να συμμετέχω τόσο στα πολιτικά δρώμενα της σχολής μου όσο και σε κάθε διασκέδαση που οργάνωναν φίλοι και γνωστοί (χωρίς αυτό να σημαίνει ότι πέρναγα καλά σε όλες αυτές τις διασκεδάσεις).
Πριν την έναρξη του δεύτερου έτους, και για μικρό χρονικό διάστημα δούλεψα στο κατάστημα μίας θείας μου. Δεν μπορείτε να φαντασθείτε τη χαρά που έκανα μόλις έπιασα στα χέρια μου τα πρώτα χρήματα που κέρδισα η ίδια με την εργασία μου!
Το ποσό θα σας φανεί αστείο (ήταν 80.000 δρχ, ποσό που αναλογεί σε 235 ευρώ περίπου) αλλά εμένα μου φάνηκε μυθικό!
Είχα βρεθεί λοιπόν με 80.000δρχ στην τσέπη και όλο τον κόσμο μπροστά μου για να τα κάνω ότι ήθελα!
Αλλά...
Δεν είχα μάθει ποτέ να διαχειρίζομαι χρήματα. Ποτέ κανείς δεν μου είχε εμπιστευτεί ένα ποσό για να το διαχειριστώ και ούτε βέβαια με κατεύθυνε πως θα έκανα κάτι τέτοιο. Ποτέ δεν είχα βάλει έναν «επενδυτικό» στόχο που έπρεπε να κερδίσω: Απλά όταν επιθυμούσα κάτι περίμενα τις γιορτές και τα γενέθλια μου για να μου το φέρουν οι γονείς μου, οι παππούδες ή ο νονός μου. Ποτέ δεν μάζεψα χρήματα για να πάρω ένα ποδήλατο ή ένα παιχνίδι. Όταν επιθυμούσα κάτι απλά το ζητούσα και οι άλλοι ανάλογα με τις δυνατότητές που είχαν μου το χορηγούσαν.
Και έτσι βρέθηκα με τις 80.000 τις οποίες ξόδεψα μέσα σε λίγες μέρες σε ρούχα, παπούτσια και διασκεδάσεις. Και μετά τι έμεινε; Μερικά ρούχα κάποια από τα οποία ελάχιστα φόρεσα, αλλά το χειρότερο, από τα διάφορα κλαμπ και διασκεδάσεις δεν μου έμεινε απολύτως τίποτα.